|
ad
|
|
|
|
|
|
|
ΕΛΛΗΝΟ-ΑΓΓΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Ελληνικά προς Αγγλικά | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω | |||
| English to Greek | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | |
| On line τεστ γνώσης : όροι στα Αγγλικά-Ελληνικά-Αγγλικά eurodicautom : πολύ καλό λεξικό των γλωσσών της Ευρωπαικής Κοινότητος |
|||||||||||||||||||||||||||
|
--- Α ---
|
|
| Ελληνικά | Αγγλικά |
| αβαρία σε πλοίο | average |
| αβέβαιος κίνδυνος | speculative risk |
| αγορά (η) | market |
| αγορά του διαθέσιμου | spot market |
| αγορά, συναλλαγές | market business |
| αγοράζω | buying-in |
| αγοραία αξία | market value |
| αγοραστής | vendee |
| αγροτική ασφάλιση | agricultural insurance |
| άδεια | license |
| άδεια εισαγωγής | import license |
| άδεια εξαγωγής | export license |
| άδηλη εξαγωγή | invisible export |
| αδυναμία πληρωμής | insolvency |
| αδύναμο νόμισμα | soft currency |
| ΑΕΠ (ακαθάριστο εθνικό προϊόν) | GNP (gross national product) |
| αεροπορική ασφάλιση | aviation insurance |
| αεροπορικός κίνδυνος | aviation risk |
| αθέτηση, παραβίαση | infringement |
| αίτημα υπογραφής | application momey |
| αίτηση | proposal |
| αίτιο | cause |
| αιτιώδης αστική ευθύνη | strict liability |
| αιτών | applicant |
| ακίνητη περιουσία | real estate |
| ακινητοποιημένο ενεργητικό | fixed assets |
| ακρωτηριασμός | dismemberment |
| άκυρο | void |
| άκυρο και κενό | null and void |
| ακυρότητα | invalidity |
| ακυρότητα | nullity |
| ακύρωση | cancellation |
| αλλαγή, μεταβολή | change |
| αλληλοασφαλιστική εταιρία | mutual society |
| αλυσιδωτή παραγωγή | mass production |
| αμέλεια | negligence |
| άμεση επένδυση | trade investments |
| αμοιβαιότητα | reciprocity |
| αμοιβή | fee |
| αναβαλλόμενη μετοχή | founders' share |
| αναγωγή | recourse |
| αναδρομική ισχύς | retroactive effect |
| ανάθεση εργασίας | assignment |
| αναθέτω | assign |
| ανάκτηση | recovery |
| αναλαμβάνω | assume |
| αναλαμβάνω κίνδυνο | underwrite |
| αναλαμβάνων την ασφάλιση | underwriter |
| ανάληψη ασφάλισης | underwriting |
| ανάληψη πέραν του πιστωτικού ορίου | overdraft |
| ανάληψη χαρτοφυλακίου | assumption of portfolio |
| αναλογικά | pro rata |
| αναλογική κατανομή | proportional allotment |
| αναλογικό | proportional |
| αναλογικός επιμερισμός | apportionment |
| αναλογικός όρος | average clause |
| αναλογιστής | actuary |
| αναλογιστικό κόστος | actuarial cost |
| αναλογιστικός υπολογισμός μελλοντικών ζημιών | incurred but not reported (IBNR) |
| ανάλυση input-output | input - output analysis |
| ανάλυση της κρίσιμης γραμμής | critical path analysis |
| αναμενόμενη μέγιστη ζημία | expected maximum loss (EML) |
| αναμενόμενο-προβλεπόμενο κέρδος | anticipated profit |
| ανανέωση | renewal |
| ανάπηρος | disabled person |
| αναπροσαρμογή (ωρομισθίων), κοινωνική πρόνοια | social insurance (security) |
| αναπροσαρμοζόμενη προμήθεια | sliding scale commission |
| ανάπτυξη | development |
| αναπτυσσόμενη χώρα | developing country |
| αναστολή | cessation |
| ανασφάλιστος | uninsured |
| ανατίμηση | revaluation |
| ανατοκισμός | compound interest |
| ανεμοθύελλα | windstorm |
| ανεπιθύμητος κίνδυνος | undesirable risk |
| ανεργία | unemployment |
| ανθεκτικό στη φωτιά | fire resistive |
| ανικανότητα | incapacity |
| ανικανότητα για εργασία | disablement |
| ανοικτή θέση | open position |
| ανοικτό συμβόλαιο | blanket policy |
| ανταγωνισμός | competition |
| αντάλλαγμα | consideration |
| αντασφάλιση | reinsurance |
| αντασφάλιση αναληφθείσα | reinsurance accepted |
| αντασφάλιση αναλογική | quota share reinsurance |
| αντασφάλιση υπερβάλλοντος ποσοστού ζημιάς | stop loss reinsurance |
| αντασφαλιστής | reinsurer |
| αντασφαλιστική εταιρία | reinsurance company |
| αντεπιλογή | anti-selection |
| αντεπιλογή | counter-selection |
| αντικατάσταση | replacement |
| αντικείμενο αξίας | valuable |
| αντικείμενο ασφάλισης | object insured |
| αντίκλητος | proxy (person) |
| αντιπληθωρισμός | deflation |
| αντισταθμίζω, ισοζυγίζω | counter balance |
| αντιστροφή του βάρους απόδειξης | reversed onus of proof |
| ανώνυμη εταιρία | joint-stock company |
| ανώνυμη εταιρία | societe anonyme (SA) |
| ανώτατη ζημιά | maximum loss |
| ανώτατο όριο αποδοχής κινδύνου | capacity |
| ανωτέρα βία | force majeure |
| ανώτερη βία | vis major |
| αξία | value |
| αξία ανακατασκευής | reinstatement value |
| αξία αντικατάστασης | replacement value |
| αξία εκποίησης βλαβέντων πραγμάτων - έσοδα | proceeds |
| αξία εξαγοράς | surrender value |
| αξία πρόσκτησης/αγοράς | purchase value |
| αξία ρευστοποίησης | break-up value |
| αξία τοις μετρητοίς, αξία εξαγοράς | cash value |
| αξία, τιμή | worth |
| αξίες παροχής | trading assets |
| αξίες σε δολάρια | dollar stocks |
| αξιοπλοϊμότητα | seaworthiness |
| απαγορευμένος κίνδυνος | prohibited risk |
| απαιτήσεις κατάθεσης | calls |
| απαιτήσεις προς πληρωμή | receivables |
| απαίτηση | claim |
| απαλλαγή (της εταιρίας) | waiver |
| απαλλαγή από τη διπλή φορολόγηση | double taxation relief |
| απάτη | fraud |
| απελευθέρωση | release |
| απεργία | strike |
| απευθείας ασφάλιση | direct insurance |
| απευθείας εργασία | direct business |
| απλή ασφάλεια ζωής | term insurance |
| απλήρωτος | unpaid |
| απλός κίνδυνος | simple risk |
| απογραφή αποθήκης | inventory |
| απόδειξη | receipt |
| απόδειξη απαίτησης ζημίας | proof of loss |
| απόδειξη ασφαλίστρων | premium receipt |
| απόδειξη, τεκμήριο | evidence |
| αποδέκτης πληρωμής | payee |
| απόδοση | yield |
| απόδοση επί της επιστροφής | redemption yield |
| απόδοση κερδών | profitability |
| αποδοχή | acceptance |
| αποδοχή κάλυψης, ασφαλιστήριο, απόδειξη κάλυψης | cover note |
| αποδοχή μη επιθυμητών κινδύνων | accommodation line |
| αποζημίωση | compensation |
| αποζημίωση | indemnity |
| απόθεμα | stock |
| απόθεμα ασφαλείας | buffer stock |
| απόθεμα για καταστροφικούς κινδύνους | catastrophe reserve |
| απόθεμα εκκρεμών ζημιών | provision for outstanding claims |
| απόθεμα εκκρεμών ζημιών | reserve for pending (outstanding) claims |
| απόθεμα ζημιάς | claim reserve |
| απόθεμα κινδύνων σε ισχύ | premium reserve |
| απόθεμα, αποθεματικό | reserve |
| αποθέματα | reserves |
| αποθέματα | stock (inventory) |
| αποθέματα κερδών | revenue reserves |
| αποθέματα κεφαλαίου | capital reserves |
| αποθεματική ζημιά | indirect loss of damage |
| αποθεματικό ασφαλείας | reserve for contingencies |
| αποθεματικό ασφαλείας, έκτακτο αποθεματικό | contingency fund reserve |
| αποθεματικό για μελλοντικούς φόρους | future tax reserve |
| αποθεματικό κεφάλαιο | reserve fund |
| αποθεματικό φόρου | reserve for taxes |
| αποκατάσταση | rehabilitation |
| αποκομιδή συντριμμάτων | debris removal |
| απόκομμα | slip |
| απόκρυψη | concealment |
| απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων | non disclosure of material facts |
| απομείωση | depreciation |
| απόρριψη | rejection |
| απόσβεση | amortisation, redemption |
| απόσβεση | depreciation |
| απόσβεση | sinking fund |
| απόσβεση (δανείου) | redemption |
| απόσβεση κεφαλαίου | watered stock |
| απόσπασμα λογαριασμού | statement of account |
| αποστολή | assignment |
| αποταμίευση, οικονομία | saving |
| αποτελέσματα χρήσης | profit and loss account |
| απόφαση διαιτησίας | arbitration award |
| απρόβλεπτο | contingency |
| απώλεια ενοικίων | loss of rent |
| απώλεια κερδών | loss of profits |
| αριθμός | number |
| αριθμός ασφαλιστηρίου | policy number |
| αριθμός κυκλοφορίας/αριθμός πινακίδας | plate number |
| αρμοδιότητα (δικαστηρίου) | competency (of court ) |
| αρνητικό trend στο χρηματιστήριο | bear market |
| αρπαγή από τα κύματα | washing overboard |
| αρχικό ασφάλιστρο | initial premium |
| ασθένεια | sickness |
| αστική ευθύνη | public liability |
| αστική ευθύνη εργοδότη | employer's liability |
| αστική ευθύνη σταθμού αυτοκινήτων | garage liability |
| ασφάλεια | insurance |
| ασφάλεια | security |
| ασφάλεια ζώντων ζώων, κτηνασφαλίσεις | livestock insurance |
| ασφαλειομεσίτης | insurance broker |
| ασφαλειομεσίτης, μεσίτης | broker |
| ασφαλείς τίτλοι μεγάλων εταιρειών | blue chips |
| ασφαλιζόμενη περίοδος | policy period |
| ασφαλιζόμενο αντικείμενο | insured interest |
| ασφαλιζόμενο ποσό | amount insured |
| ασφαλιζόμενο ποσό (κεφάλαιο) | sum insured |
| ασφαλιζόμενος | insured |
| ασφαλίζω | insure |
| ασφαλίζω, αναλαμβάνω κίνδυνο | write |
| ασφάλιση αεροσκαφών | aircraft hull insurance |
| ασφάλιση ανέγερσης-συναρμολόγησης | erection insurance |
| ασφάλιση ανεργίας | unemployment insurance |
| ασφάλιση ανικανότητας | disability insurance |
| ασφάλιση αποσκευών | luggage insurance |
| ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων | motor third party insurance |
| ασφάλιση αστικής ευθύνης ιδιοκτήτη ακινήτου | landlord's liability |
| ασφάλιση ατυχήματος | accident insurance |
| ασφάλιση αυτοκινήτων | automobile insurance |
| ασφάλιση αυτοκινήτων | motor insurance |
| ασφάλιση δάσους | forest insurance |
| ασφάλιση εισοδήματος λόγω αναπηρίας | disability income |
| ασφάλιση εμπιστοσύνης υπαλλήλων | fidelity guarantee |
| ασφάλιση εναερίων μεταφορών | air transport insurance |
| ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης | professional liability insurance |
| ασφάλιση επιβατών | passenger insurance |
| ασφάλιση επιβίωσης, μικτή ασφάλιση ζωής | endowment assurance |
| ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων | workmen's compensation insurance |
| ασφάλιση ευθύνης | liability insurance |
| ασφάλιση ζωής | life assurance/insurance |
| ασφάλιση θραύσης κρυστάλλων | glass insurance |
| ασφάλιση θραύσης κρυστάλλων | plate glass insurance |
| ασφάλιση ιδιοκτήτη σπιτιού | home owner's policy |
| ασφάλιση κατά θύελλας και καταιγίδας | storm and tempest insurance |
| ασφάλιση κατά παντός κινδύνου | all risks insurance |
| ασφάλιση κατά παντός κινδύνου εργολάβων | contractors all risk insurance |
| ασφάλιση κατά πυρός | fire insurance |
| ασφάλιση μεταφοράς χρημάτων | cash-in-transit insurance |
| ασφάλιση μεταφορών | cargo |
| ασφάλιση μεταφορών | marine |
| ασφάλιση μεταφορών | transport insurance |
| ασφάλιση μεταφορών εσωτερικού | inland transport insurance |
| ασφάλιση μητρότητας | maternity insurance |
| ασφάλιση μηχανικών βλαβών | boiler & machinery insurance |
| ασφάλιση μηχανικών βλαβών | machinery breakdown insurance |
| ασφάλιση ναύλων | freight insurance |
| ασφάλιση νέου έναντι παλαιού | new for old |
| ασφάλιση νομικής προστασίας | legal expenses insurance |
| ασφάλιση νοσοκομειακής περίθαλψης | hospitalisation insurance |
| ασφάλιση περιεχομένου χρηματοκιβωτίου | cash-in-safe insurance |
| ασφάλιση πιστώσεων | credit insurance |
| ασφάλιση πλήρους αξίας | full value insurance |
| ασφάλιση πλοίων | marine hull insurance |
| ασφάλιση προσωπικής αστικής ευθύνης | personal liability insurance |
| ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων | personal accident insurance |
| ασφάλιση πυρός βιομηχανικών κινδύνων | industrial fire risks insurance |
| ασφάλιση σε ισχύ | insurance in force |
| ασφάλιση σε πρώτο κίνδυνο | first loss insurance |
| ασφάλιση σκάφους αναψυχής | yacht insurance |
| ασφάλιση συνταξιοδότησης εργατών | workmen's pension insurance |
| ασφάλιση ταξιδίων | travel insurance |
| ασφάλιση τιμαλφών | jewellery insurance |
| ασφάλιση υποθήκης | mortgage insurance |
| ασφάλιση χαλάζης | crop hail insurance |
| ασφάλιση χερσαίων μεταφορών | inland marine insurance |
| ασφαλίσιμο συμφέρον | insurable interest |
| ασφαλισιμότητα | insurability |
| ασφαλισμένη αξία | insured value |
| ασφαλισμένος | policyholder |
| ασφαλιστήριο πακέτο | package policy |
| ασφαλιστήριο συμβόλαιο | insurance policy |
| ασφαλιστήριο συμβόλαιο | policy |
| ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμβαση ασφάλισης | insurance contract |
| ασφαλιστής | insurer |
| ασφαλιστική εταιρία | insurance company |
| ασφαλιστική κάλυψη | insurance cover |
| ασφαλιστική περίοδος | period of insurance |
| ασφαλιστική προστασία | insurance protection |
| ασφαλιστικό δίκαιο | insurance law |
| ασφαλιστικό συμφέρον | insurance interest |
| ασφαλιστικός πράκτορας | insurance agent |
| ασφάλιστρα εκδοθέντων συμβολαίων | written premiums |
| ασφάλιστρο ανανέωσης | renewal premium |
| ασφάλιστρο κατ΄αποκοπή | in-full premium |
| ασφάλιστρο κινδύνου | risk premium |
| ασφάλιστρο υποχρεωτικού τιμολογίου | tariff rate |
| ασώματες ακινητοποιήσεις | intangible assets |
| ατομική ασφάλεια ζωής | individual life insurance |
| ατομική ενέργεια | atomic energy |
| ατομικό ασφαλιστήριο | individual policy |
| ατύχημα | accident |
| αύξηση | increase |
| αυτανάφλεξη | spontaneous combustion |
| αυτασφάλιση | self insurance |
| αυτογνώμων αφαίρεση | misappropriation |
| αυτόματη τιμαριθμική | sliding scale |
| αυτοματισμός | automation |
| αφαιρετέα απαλλαγή από την αποζημίωση | deductible |
| αφαιρετέα απαλλαγή από την αποζημίωση | excess |
| αφερέγγυος | defaulter |
| αχρηστία | obsolescence |
ΠΡΟΣΟΧΗ : Το παρόν λεξικό ασφαλιστικών και οικονομικών όρων περιλαμβάνει πλέον των 1500 όρων και έγινε με κίνητρο την αγάπη που έχουμε για την δουλειά μας σαν πραγματογνώμονες. Επειδή όμως δεν είμαστε γλωσσολόγοι ή λεξικογράφοι, καθιστούμε σαφές ότι δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πλήρες και συνεπώς θα πρέπει να ανατρέξετε και σε άλλα επίσημα έντυπα λεξικά. Εάν στο παρόν λεξικό διαπιστώσετε κάποιο λάθος ή κρίνετε οτι πρέπει να εισάγουμε κάποια λέξη ή όρο που λείπει, παρακαλούμε να μας ενημερώσετε αμέσως είτε μέσω της φόρμας επικοινωνίας είτε μέσω e-mail.
Δείτε επίσης στα παρακάτω links :
On line τεστ γνώσης : όροι στα Αγγλικά-Ελληνικά-Αγγλικά
eurodicautom : πολύ καλό λεξικό των γλωσσών της Ευρωπαικής Κοινότητος
|
ΠΡΟΣΟΧΗ : Παρακαλούμε να έχετε πάντα υπ'όψη σας ότι η ερμηνεία του Νόμου και οι συσχετισμοί σχετικών Αρθρων του Νόμου και της Νομολογίας αποτελούν κατ' έξοχή γνωστικό αντικείμενο Νομικού Συμβούλου / Δικηγόρου. Θα πρέπει επίσης να έχετε υπ'όψη σας ότι η συνεισφορά ενός εξειδικευμένου Πραγματογνώμονα / Τεχνικού Συμβούλου, είναι πολλές φορές επιτακτική ανάγκη.
|
||||
|
|
||||
Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ - Πραγματογνώμονες Βασ.Ολγας 216 (δείτε χάρτη) 551 33 Θεσσαλονίκη τηλ : 2310-424363 fax : 2310-424372 κινητό τηλ. 24ωρης επείγουσας επαφής : 6944-781777 Επικοινωνία μαζί μας εγγραφείτε στο newsletter της εταιρείας μας e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ |
Glavopoulos C.D. Associates Inc - Loss Adjusters 216 Vas Olgas Ave (see map) GR-551 33 Thessaloniki Greece, Europe tel : +30-2310424363 fax : +30-2310424372 Emergency 24hour mobile phone : +30-6944781777 Contact Data subscribe to our company newsletter e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Glavopoulos C.D. Associates Inc |
|||
| λέξεις για αποδελτίωση : δικαστική, δικαστικές, Δικαστική, Δικαστικές, πραγματογνωμοσυνη, πραγματογνωμοσύνη, πραγματογνωμοσύνες, πραγματογνωμοσυνες, πραγματογνωμονες, πραγματογνώμονες, πραγματογνωμων, πραγματογνώμονας, πραγματογνωμονας, πραγματογνώμων, φωτιά, φωτια, κλοπή, κλοπη, τροχαίο, τροχαιο, τροχαία, τροχαια, ατύχημα, ατυχημα, εργατικο, εργατικο, μεταφορά, μεταφορές, ηλεκτρονική απάτη, ηλεκτρονικη απατη, πολιτικές ταραχές, πολιτικες ταραχες, πλημμύρα, πλημμυρα, πυρκαγιά, πυρκαγια, πυρκαιά, πυρκαια, αρχική εστία και αιτία, αρχικη εστια και αιτια, σύγκρουση, συγκρουση, καταστροφή, καταστροφη, καταστροφές, καταστροφές, εκτίμηση αξίας, εμπορική, εκτιμηση αξιας, εμπορικη, κατασκευαστική, κατασκευαστικη, κτιριακά, κτιριακα, κτιριακών, κτιριακων, κτίρια, κτιρια, ζημία, ζημίες, ζημια, ζημιες, αποζημίωση, αποζημιωση, τεχνικός σύμβουλος, τεχνικος συμβουλος, ασφαλιστικές, ασφαλιστικες, ασφαλιστική, ασφαλιστικη | ||||
![]() |
||||